top of page

Θαλασσοπόρος: θάλασσα + πόρος = πέρασμα, Ουσιαστικό, αυτός που κάνει μακρινά θαλασσινά ταξίδια. Συνώνυμο: ποντοπόρος. Χαρακτηρίζει και εκείνους που εξερεύνησαν νέους θαλάσσιους δρόμους, ανακαλύπτοντας νέες περιοχές της γης. Κάβος: Τμήμα ξηράς που προεξέχει μέσα στη θάλασσα, το ακρωτήριο δηλαδή. Άλλη σημασία της λέξης είναι το πολύ χοντρό σχοινί με το οποίο δένεται το πλοίο στο λιμάνι.

Πολυτρίχι: Φυτό με λεπτά και μακριά φύλλα που μοιάζουν με τρίχες. Χλωρός: Ο πράσινος, ο φρέσκος. Πλώρη: Γνωστός ελληνικός κάβος το Κάβο Ντόρο , ακρωτήριο Καφηρέας.

1ο 

bottom of page